Επέτειος του Όχι

 
 
Η Επέτειος του ΟΧΙ, αφορά την άρνηση της Ελλάδας στις ιταλικές αξιώσεις, συνέπεια της οποίας ήταν η είσοδος της Χώρας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Συγκεκριμένα τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1821, η Ιταλική κυβέρνηση έστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο μέσω του Ιταλού πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα με σκοπό να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδας. Το τελεσίγραφο παραδόθηκε στον Έλληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος αφού διάβασε το τελεσίγραφο απάντησε στον Ιταλό πρέσβη "Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο". Με απλά λόγια του είπε το γνωστό σε όλους μας ΌΧΙ.
Ακολούθησε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-41 που διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 31 Μαΐου 1941, όταν και ολοκληρώθηκε η κατάληψη της χώρας. Επίσημη έναρξη του Πολέμου θεωρείται η «επίδοση του τελεσιγράφου», ενώ μετά τις 6 Απριλίου 1941, με την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, όπου η Ελλάδα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τέσσερις εισβολείς, συνεχίστηκε ως Ελληνο-ϊταλο-γερμανικός πόλεμος, ή ορθότερα επί της ουσίας Ελληνο-Ιταλο-αλβανο-γερμανο-βουλγαρικός πόλεμος.
 
Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», το οποίο ακολούθησε, και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατήγαγε εις βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.
 
Να σημειωθεί ότι η Ελλάδα γιορτάζει με την 28η Οκτωβρίου την είσοδό της στον πόλεμο, ενώ οι περισσότερες άλλες χώρες γιορτάζουν την ημερομηνία λήξης του πολέμου.
 
Αιτία του πολέμου ήταν η επεκτατική πολιτική του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι. Ο Ιταλός δικτάτορας έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Γερμανού δικτάτορα Αδόλφου Χίτλερ θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους οτι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένοιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική.
 
Τα ιταλικά στρατεύματα εισέβαλλαν στα εδάφη μας από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ο ελληνικός στρατός, αφού απέκρουσε την ξαφνική επίθεση στα βουνά της Πίνδου, προχώρησε νικηφόρα και μπήκε στη βόρεια Ήπειρο. Ο Χίτλερ, βλέποντας ότι οι Ιταλοί παρά τον τελειότερο εξοπλισμό και τις μεγαλύτερες δυνάμεις τους δεν μπορούσαν να κατακτήσουν την Ελλάδα, αποφάσισε να επέμβει ο ίδιος τον Απρίλιο του 1941. Ο στρατός μας, που υπερασπιζόταν το Ρούπελ και τα άλλα οχυρά στα σύνορα με τη Βουλγαρία, αγωνίστηκε ηρωικά. Η Ελλάδα όμως δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα και τους δυο επιδρομείς. Οι Γερμανοί, για να την κατακτήσουν, αναγκάστηκαν να θυσιάσουν διαλεχτά τμήματα του στρατού τους.
 
Παρά την τελική νίκη των δυνάμεων του Άξονα κατά της Ελλάδας, η αρχική ελληνική νίκη κατά των Ιταλών είχε μεγάλη επίπτωση στην έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ηρωικός αγώνας του ελληνικού στρατού, εκτός από τις μεγάλες απώλειες που προκάλεσε στον Άξονα, ανάγκασε τη Γερμανία να καθυστερήσει την επίθεση της εναντίον της Ρωσίας. Αυτή η καθυστέρηση συνέβαλε στην τελική ήττα των Γερμανών, οι οποίοι, εκτός από την αντίσταση των Ρώσων, είχαν να αντιμετωπίσουν και τον ανυπόφορο ρωσικό χειμώνα.
 
Με την πτώση της Κρήτης το Μάιο του 1941, ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε υπό τον απόλυτο έλεγχο των δυνάμεων του Άξονα. Για τα επόμενα τρία χρόνια υπέστη τη σκληρή Κατοχή από τις δυνάμεις της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας.Πείνα και εξαθλίωση μάστιζε το λαό. Τα τρόφιμα ήταν ελάχιστα, αφού τα περισσότερα τα έπαιρναν οι κατακτητές. Η κατάσταση στις πόλεις και κυρίως στην Αθήνα ήταν απελπιστική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε εκτεταμένη Αντίσταση, η οποία απελευθέρωσε τις περισσότερες ορεινές περιοχές ως το 1944. Οι αντιστασιακές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν στις πόλεις αντιμετώπισαν αρχικά το ζήτημα της επιβίωσης του πληθυσμού μετά την τρομερή εμπειρία των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών της πείνας το χειμώνα του 1941-42 στην Αθήνα και τον Πειραιά, και στη συνέχεια οργάνω
σαν την αντίσταση στην πολιτική επιστράτευση που επέβαλε την υποχρεωτική αποστολή Ελλήνων εργατών στη Γερμανία. Παράλληλα, άρχισε ο ανταρτοπόλεμος εναντίον των κατακτητών στα ελληνικά βουνά. Περιοχές ολόκληρες απελευθερώθηκαν και στην «Ελεύθερη Ελλάδα» που δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό λειτούργησαν νέοι θεσμοί.
 
Η Εθνική αντίσταση θέριευε και προκαλούσε στον κατακτητή σοβαρές απώλειες. Κορυφαίο κατόρθωμα, κατά την πρώτη φάση ανάπτυξης της αντίστασης, ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου (25 Νοεμβρίου 1942). Με την καταστροφή της καθυστέρησε ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων του Άξονα, που πολεμούσαν στην Αφρική. Από την άλλη μεριά η αντίσταση ανάγκασε τους κατακτητές να διατηρήσουν πολύ στρατό στην Ελλάδα, ενώ τους ήταν απαραίτητος σε άλλα μέτωπα. Ήταν μια ακόμη προσφορά των Ελλήνων στη συμμαχική νίκη εναντίον των δυνάμεων του Άξονα. Αυτή η νίκη οδήγησε και στην απελευθέρωση της Ελλάδας στις 12 Οκτωβρίου 1944.
 
Οι Γερμανοί αντέδρασαν με μανία: φυλάκιζαν, βασάνιζαν, κατάστρεφαν και έκαιγαν πόλεις και ολόκληρα χωριά, όπως τα Καλάβρυτα και το Δίστομο. Χιλιάδες άνθρωποι αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν. Με τη γερμανική υποχώρηση από τα Βαλκάνια, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1944, η χώρα απελευθερώθηκε, αλλά πολύ σύντομα έπεσε στη δίνη ενός πολύνεκρου εμφύλιου πολέμου.